Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε από τον "Ιαπετό" στις 5 Ιουλίου 2004, στην Αγορά του "Δωδεκάθεον" (dwdekatheon.org), στην ενότητα "Eλληνοκεντριστές". Είναι όχι μόνο σωστό ως προς τις θέσεις, αλλά και μετρημένο, σεμνό, χωρίς περιττή επιθετικότητα που δεν μου αρέσει. Τίτλο του έχω δώσει εγώ από το θέμα που πραγματεύεται.
"ΕΛΛΗΝΟΚΕΝΤΡΙΚΟΙ" ΚΑΙ ΙΝΔΟΕΥΡΩΠΑΙΟΙ
Τα τελευταία χρόνια έχει σημειώσει τρομερή ανάπτυξη το φαινόμενο των «ελληνοκεντρικών». Πέρα από τις όποιες αναμεταξύ τους διαφορές, κοινό χαρακτηριστικό όλων, σχεδόν, των «ελληνοκεντρικών» φορέων, ομάδων ή ατόμων, πλην ελαχίστων τιμητικών εξαιρέσεων, αποτελεί η πολεμική τους εναντίον της ιστορικής θέσης περί Ινδοευρωπαίων.
Ουδείς σοβαρός ιστορικός ή αρχαιολόγος αρνείται την ύπαρξη των Ινδοευρωπαίων (ή Ινδογερμανών, σύμφωνα με ένα μεγάλο τμήμα της σχετικής βιβλιογραφίας). Μπορεί ορισμένοι να υποβαθμίζουν ή να υπερτονίζουν τον ρόλο τους στην ιστορική σκηνή, ωστόσο ελάχιστοι τους αρνούνται το δικαίωμα στην ύπαρξη! Δυστυχώς, και στην χώρα μας η ημιμάθεια κυριαρχεί και το παράδοξο «πουλάει».
Ο γράφων, μη διαθέτοντας την ιδιότητα του ιστορικού ή του αρχαιολόγου, δεν προσπαθεί να συνηγορήσει υπέρ της Ιστορίας, αλλά να ανιχνεύσει ορισμένους από τους στόχους τους οποίους δοκιμάζει να προσβάλλει μία μετά μανίας επίθεση κατά της Επιστήμης. Κι απορεί με το θράσος μερικών, οι οποίοι, ενώ δεν έχουν αποκτήσει πτυχίο κάποιου συναφούς με το αντικείμενο επιστημονικού κλάδου (αρκετοί, ούτε καν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης), διακηρύττουν μεγαλόστομα την «πλήρη κατάρρευση του ινδοευρωπαϊσμού» μέσα σε λίγες εκατοντάδες σελίδες, ή ακόμα χειρότερα, εντός ενός ολιγοσέλιδου άρθρου σε κάνα περιοδικό, όπου άρθρα όπως το «τα ιαπωνικά είναι ελληνικά» αποτελούν κάθε άλλο παρά εξαίρεση, παράλληλα με την άνευ ορίων συνωμοσιολογία.
Είναι αλήθεια ότι οι πλάνες των «ελληνοκεντριστών» δεν γίνονται πάντοτε άμεσα αντιληπτές. Συνήθως, βασίζονται σε κάποιες ελλείψεις της επιστήμης σε ορισμένα ζητήματα.
Ένα είναι σχετικό με την ινδοευρωπαϊκή πρωτοπατρίδα.
Δυστυχώς, δεν έχει ακόμα αποφανθεί, οριστικά, η επιστήμη για την γεωγραφική της θέση. Έχουν προταθεί πολλές τοποθεσίες, αλλά καμιά δεν πείθει απόλυτα. Εφόσον δεν έχει βρεθεί η κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων, πρόκειται περί «αοράτου φυλής», συμπληρώνουν οι «ελληναράδες» και άρα, «οι Έλληνες είναι αυτόχθονες». Τώρα, πώς οδηγούνται μέσα από αλχημείες σε αυτό το συμπέρασμα, δέχεται πολλή ανάλυση.
Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι κάποιοι επιχειρηματολογούν στηριζόμενοι σε επιστήμονες υπέρ της ινδοευρωπαϊκής θέσης και οι οποίοι εκφέρουν την άποψη ότι η πρωτοκοιτίδα, ίσως, βρίσκεται στον ευρύτερο περιελλαδικό χώρο όπως ο Colin Renfrew. Τους είναι δυσνόητο να αντιληφθούν ότι δεν μπορούμε να μιλούμε για Έλληνες, Γερμανούς, Σλάβους, Κέλτες κτλ σε εποχές κατά τις οποίες δεν είχαν διαμορφωθεί οι αντίστοιχες γλώσσες και πολιτισμοί εν γένει, ασχέτως αν η κοιτίδα ήταν στην σημερινή Ρωσία, Ελλάδα ή όπου αλλού.
Ένα, ακόμα, σύνδρομο των «ελληνοκεντρικών», άμεσα σχετιζόμενο με τα ανωτέρω, είναι αυτό του, τρόπον τινά, περιβαλλοντικού ντετερμινισμού. Κάθε πολιτισμός οποιασδήποτε εποχής έχει αναπτυχθεί στον ελλαδικό χώρο εκλαμβάνεται ως «ελληνικός». Τι κι αν μεταξύ τους παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές, τι κι αν γλωσσικά, κοινωνικά, ανθρωπολογικά διαφοροποιούνται, θεωρούνται όλοι «ελληνικοί».
Λαμβάνοντας υπόψη το σκεπτικό τους, είναι εύκολο να φθάσουμε σε παράδοξα και παράλογα συμπεράσματα! Αν κάποτε ανακαλυφθεί ένας πολιτισμός ατόμων της μαύρης φυλής στην νήσο της Ισλανδίας, θα καταταχθεί, σύμφωνα με αυτούς, στην τοπική κουλτούρα των Βίκινγκς που την αποίκισαν και ζουν εκεί μέχρι σήμερα!
Κάνουν κατάχρηση της μυθολογίας. Παίρνουν μύθους ελληνικής και μη προέλευσης, προβάλλοντάς τους ως αδιάσειστα στοιχεία, που στηρίζουν τις θέσεις τους. Το ότι υπάρχουν πολλές παραλλαγές σε διάφορους μύθους, δεν τους προβληματίζει καθόλου.
Φυσικά, και μέσα στους «ελληνοκεντρικούς» οι ερμηνείες που δίδονται, κυμαίνονται σε διάφορα επίπεδα. Μερικοί προσπαθούν να τις δώσουν σοβαρή, επιστημονική υπόσταση, άλλοι αρκούνται σε μυστικιστικού τύπου. Σίγουρα, η μυθολογία κρύβει πολλές πραγματικότητες, εν τούτοις δεν μπορούμε να την επικαλούμαστε δογματικά σαν αλάθητο οδηγό.
Προς επίρρωση του αντι-ινδοευρωπαϊκού τους μένους, προστρέχουν στην συνωμοσιολογία. «Η ινδοευρωπαϊκή θεωρία είναι μια τεράστια σιωνιστική απάτη» διαβάζουμε σε εξώφυλλο σχετικού βιβλίου. Πώς εξηγείται το γεγονός η «σιωνιστική απάτη» να προηγείται της εμφανίσεως του κινήματος του Σιωνισμού, είναι κάτι που υπερβαίνει τις δυνατότητές μας προς ερμηνεία. Κατά συνέπεια, όποιος αποδέχεται την ύπαρξη των Ινδοευρωπαίων είναι, πιθανότατα, πράκτορας Εβραίων, του Πάπα, των Τουρανομογγόλων κτλ., στην καλύτερη περίπτωση, απλά ένας αμόρφωτος, ο οποίος παρέλειψε να διαβάσει τις «νέες συγκλονιστικές αποκαλύψεις» στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό «Δαυλός».
Κλείνοντας, θα σας παραθέσουμε ένα απόσπασμα από άρθρο σε παλαιότερο τεύχος του περιοδικού «Ελληνικόν Πάνθεον», αρ. τ. 20, το οποίο απαντά στην προσπάθεια ορισμένων να καταστήσουν τα Ελληνικά ως παγκόσμια πρωτογλώσσα!
Μολονότι, μας χωρίζουν αρκετά από τις θέσεις του υπευθύνου του περιοδικού επάνω σε διάφορα ζητήματα, τουλάχιστον επιδεικνύει έναν στοιχειώδη σεβασμό απέναντι στην ιστορική επιστήμη. Δίχως να αλλοιωθεί το νόημα του κειμένου, αυτό παρουσιάζεται εδώ σε γλώσσα πιο λαϊκή από αυτή στην οποία πρωτοδημοσιεύτηκε, ώστε να μην καταντά κουραστικό για τον αναγνώστη.
"Η λαίλαπα της παρετυμολογίας
Είναι πράγματι απίστευτο αυτό το οποίο συμβαίνει! Βλέπουμε διαρκώς να κυκλοφορούν βιβλία και να γράφονται άρθρα στα οποία συσσωρεύονται κατάλογοι «ετυμολογιών» προκειμένου να αποδειχθεί η έμμονη ιδέα ορισμένων «ελληνοκεντρικών» ότι η Ελληνική γλώσσα είναι μητέρα όλων ανεξαιρέτως των γλωσσών του Κόσμου. Και μη νομίζει κανείς ότι αρκούνται όλοι αυτοί στην σύγκριση της Ελληνικής με τις συγγενείς ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Όχι! Την συγκρίνουν με την Φινλανδική, την Βασκική, την Εβραϊκή, ακόμα και την Τουρκική. «άνευ ορίων, άνευ όρων»
Περιττό δε να ειπωθεί ότι οι ενασχολούμενοι με αυτά δεν είναι ειδικοί, καθώς ασκούν οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα πλην αυτού του φιλολόγου και του γλωσσολόγου.
Δύο τρόποι αντιδράσεως στον καταιγισμό αυτό των αντεπιστημονικών δημοσιευμάτων υπάρχει: είτε θα πιστεύσει ο αναγνώστης ότι «δεν μπορεί, κάποια αλήθεια θα κρύβουν όλοι αυτοί», είτε θα αρχίσει μια επίπονη εκστρατεία, να ζητήσει να μιλήσει με γλωσσολόγους, να αναζητήσει ειδικά βιβλία όπου αναλύεται η μέθοδος σύγκρισης των γλωσσών και να αφιερώσει ώρες μελέτης προκειμένου να βεβαιωθεί ότι, επιτέλους, ναι, υπάρχει επιστήμη της γλωσσολογίας. Ποιος από τους δύο αυτούς τρόπους είναι ευκολότερος; Ο πρώτος ασφαλώς, δεδομένου ότι ο δεύτερος - ας είμαστε ειλικρινείς - είναι σχεδόν ανέφικτος, καθώς απαιτεί από τον αναγνώστη δαπάνη χρόνου, αν μη τι άλλο, την οποία δεν είναι εύκολο να καταβάλει.
Η ρίζα δε όλου του προβλήματος έγκειται στο εξής: ενώ στους άλλους επιστημονικούς κλάδους υπάρχει, στοιχειώδης έστω, επιστημονικός έλεγχος, η Φιλολογία και η Γλωσσολογία βρέθηκαν ανέτοιμες μπρος στην λαίλαπα της αντιεπιστημονικότητας. Εξηγούμαστε: εάν ένας γιατρός ασκεί καταφανώς αντιεπιστημονικές πρακτικές θεραπείες, του αφαιρείται η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, εδώ αντιθέτως ολόκληρη η κοινωνία μένει απροστάτευτη έναντι των αντιεπιστημονικών πυροτεχνημάτων διαφόρων ερασιτεχνών.
Αξίζει επίσης να επισημάνουμε το εξής: όλοι αυτοί οι ψευτογλωσσολόγοι και ψευτοαρχαιολόγοι οι οποίοι ισχυρίζονται σήμερα ότι μέσω της «έρευνάς» τους «επιτέλους» αποκαθίσταται «για πρώτη φορά» η αξία και προσφορά του Ελληνισμού, θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι αυτό που κάνουν ούτε πρωτότυπο είναι, ούτε πρωτοσυμβαίνει στην Ελλάδα. Έχει συμβεί σε διάφορες χώρες κι εποχές και κατέχει περίοπτη θέση στην ιστορία της Παραεπιστήμης.
Είναι γνωστό ότι καθ' όλο τον χριστιανικό Μεσαίωνα ήταν διαδεδομένη η άποψη ότι η μητέρα όλων των γλωσσών είναι η Εβραϊκή, ως γλώσσα των πρωτοπλάστων.
Αλλά όχι μόνο, κατά τον 16ο αιώνα διετύπωσε ο Goropius Becanus την θεωρία ότι η Ολλανδική είναι η αρχέγονος γλώσσα. Για να έρθουμε δε στον αιώνα μας, τόσο στην Ιαπωνία, όσο και στην Γερμανία προβλήθηκαν κατά την εποχή του Μεσοπολέμου αντιεπιστημονικές θεωρίες οι οποίες έθεταν ως αρχέγονο πολιτισμό της Γης τον ιαπωνικό ή τον γερμανικό, αντιστοίχως.
Θα μας αντιτείνουν όμως: μα τώρα τι είναι αυτά που λέτε; Τι σχέση έχουν οι Γερμανοί και οι Ιάπωνες με τους Έλληνες; Οι Έλληνες μπορούν να διεκδικήσουν τα πρωτεία.
Απαντούμε: γι' αυτό ακριβώς οφείλουν να είναι διπλά και τριπλά προσεκτικοί, διότι όταν ο μη έχων ιστορικό βάθος, ως αυτό των Ελλήνων, αυτοπροβάλλεται ως πρωταγωνιστής της ιστορίας (λ. χ. Τούρκοι και Παντουρανισμός), κάτι κερδίζει στο τέλος. Όταν όμως ο έχων πλουσιότατη ιστορία εκφράζει αντιεπιστημονικές υπερβολές, τότε προσελκύει μια κριτική η οποία θα του αμφισβητήσει ακόμη και αυτά που του ανήκουν. Γι' αυτό προσοχή! Τι έλεγαν οι Κλασσικοί; « Ό,τι περ αν Έλληνες βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τούτο εις τέλος απεργάζονται» (Πλάτωνος Επινομίς, 987d), όχι «εμείς τα βρήκαμε όλα»!
1. Πλήρης άγνοια της επιστημονικής δεοντολογίας
Το ζήτημα των μεθόδων της γλωσσικής έρευνας μας έχει απασχολήσει ήδη. Το να συγκρίνει κανείς γλώσσες δίχως μέθοδο είναι απαράδεκτο, απαράδεκτο πρωτίστως διότι παρασύρει κατ' αυτόν τον τρόπο ανθρώπους οι οποίοι δεν διαθέτουν ειδικές γνώσεις.
Αξίζει να επισημάνουμε εδώ ορισμένα βασικά λάθη στα οποία περιπίπτουν οι εν λόγω «ερευνητές»:
Α'. Όταν ομιλούν περί «γλωσσών» εννοούν μόνο το λεξιλόγιο. Αγνοούν κατά βάση ότι οι γλώσσες διακρίνονται πρώτα ως προς την Τυπολογία τους, και δη σε τρεις βασικές κατηγορίες, τις κλιτικές, τις συγκολλητικές και τις μονοσυλλαβικές. Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι είναι αδιανόητο να συγκρίνουμε την Κινεζική με την Ελληνική!
Δεύτερο, ακόμη και γλώσσες οι οποίες ανήκουν στην ίδια τυπολογική κατηγορία έχουν διάφορη συντακτική δομή, η οποία οφείλει να ερμηνευθεί καταλλήλως. Η θέση του Υποκειμένου ή του Αντικειμένου ή η ύπαρξη ή μη πτώσεων είναι ζητήματα τα οποία χαρακτηρίζουν μια γλώσσα πολύ περισσότερο απ' ότι οι νεφελώδεις φωνητικές ομοιότητες.
Β'. Αγνοούν την διάκριση της γλώσσας σε επίπεδα, βλέπουν μόνο γράμματα. Τα επίπεδα γλωσσικής δομής είναι τα εξής:
1. Το φωνητικό: εννοούμε την φωνητική δομή της γλώσσας, δηλαδή τους φθόγγους της, τα ελάχιστα ηχητικά στοιχεία, τα οποία συνθέτουν την φυσική ή υλική κάθε γλώσσας.
2. Το φωνολογικό: πρόκειται για την φωνολογική δομή της γλώσσας, τα «φωνήματα». Με τον όρο «φωνήματα» εννοούμε τους φθόγγους οι οποίοι έχουν διαφοροποιητική αξία, οι οποίοι και υπάρχουν ως στοιχεία συγκεκριμένης γλώσσας. Ένα παράδειγμα: στις λέξεις τόνος και πόνος, είναι φανερό ότι τα φωνήματα <τ> και <π> διαφοροποιούν δια της παρουσίας ή απουσίας τους το γλωσσικό σημείο.
3. Το μορφολογικό, δηλαδή η μορφολογική δομή της γλώσσας, τα μορφήματα, τα οποία αποτελούν τους ελάχιστους φορείς σημασίας, αφορούν δηλαδή στο περιεχόμενο ενός γλωσσικού σημείου, αντιθέτως προς τα φωνήματα, τα οποία στοιχειοθετούν την δήλωση αυτού. Στην λέξη λ.χ. «δυσνόητος» διακρίνουμε τα μορφήματα: δυσ- (δυσκόλως), νοη- (σημασία «νοώ»), -τος («που δύναται να?»).
4. Το μορφοφωνολογικό: οι παθήσεις των φωνημάτων τα οποία αντιπροσωπεύουν τα μορφήματα.
5. Το συντακτικό: ο μηχανισμός σύναψης των λέξεων σε μεγαλύτερες ενότητες (φράσεις, προτάσεις κτλ) και οι σχέσεις που προκύπτουν.
6. Το σημασιολογικό: οι λέξεις, καθώς και οι φραστικές και προτασιακές σημασίες (η φράση είναι υποδιαίρεση της προτάσεως).
Δικαιούμαστε να ομιλούμε περί γενετικής συγγένειας δυο ή περισσοτέρων γλωσσών, μόνο εφόσον διατηρούν συστηματικές ομοιότητες σε όλα τα ανωτέρω επίπεδα.
Γ'. Αλλά και όταν συγκρίνουμε λέξεις, τότε αναζητούμε κατά πρώτον την αρχική μορφή τους, την ρίζα τους: όταν έχουμε λ.χ. την λέξη «τροχός», θα ανατρέξουμε στην ρίζα της τρεχ- ` (τρέχω), δεδομένου ότι η λέξη «τροχός» αποτελεί προϊόν ετεροιώσεως, μετατροπής δηλαδή του «ε» σε «ο».
Δ'. Γενικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο αντιεπιστημονικό από το να συγκρίνουμε τις λέξεις όπως τις βλέπουμε στα Λεξικά, κυρίως δε στα χρηστικά, τα οποία αποτυπώνουν την σύγχρονη μορφή των διαφόρων γλωσσών (του τύπου ?A Lexicon of Contemporary English?)! Πρέπει να φθάσουμε στην κατά το δυνατόν παλαιότερη μορφή κάθε λέξης δια της μεθόδου της εσωτερικής επανασύνθεσης. Αν παραβούμε τον κανόνα αυτόν, τότε βρίσκουμε ό,τι θέλουμε: λ.χ. στην μαλαισιανή λένε τον οφθαλμό «μάτα», όπως και στην ελληνική «μάτι», άρα η μαλαισιανή προέρχεται από την ελληνική!
Ε'. Αναφερθήκαμε ήδη στην μέθοδο της εσωτερικής επανασύνθεσης. Η μέθοδος αυτή αποτελεί μια από τις δυο βασικές μεθόδους βάσει των οποίων διεξάγεται η ιστορική μελέτη των γλωσσών. Η άλλη είναι η συγκριτική μέθοδος. Και τις δύο τις αγνοούν οι διάφοροι νεοεμφανισθέντες «ετυμολόγοι».
1. Η μέθοδος της εσωτερικής επανασυνθέσεως (internal reconstruction).
Η θεωρητική βάση της μεθόδου αυτής έγκειται στο ότι τεκμήρια για τις προγενέστερες φάσεις μιας γλώσσας μπορούν να εξαχθούν από την διερεύνηση της λειτουργίας των φωνολογικών νόμων.
Χρήσιμη εδώ είναι η έννοια της εναλλαγής (alternation), η οποία συνδέεται προς την έννοια της κατανομής γλωσσικών στοιχείων σε διάφορα περιβάλλοντα. Με την μέθοδο της εσωτερικής επανασυνθέσεως μελετούμε τις εναλλαγές των φωνημάτων τα οποία συγκροτούν τα εκάστοτε μορφήματα. Η εν λόγω μέθοδος γίνεται να διακριθεί σε τρία στάδια: πρώτο, σχηματισμός των αντιστοιχιών, δεύτερο, ορισμός των προ-φωνημάτων και τρίτο, καθορισμός της φωνητικής αξίας των προ-φωνημάτων.
Η μέθοδος εσωτερικής επανασυνθέσεως λειτουργεί συμπληρωματικά προς την συγκριτική αυτή, συνήθως δε την εξυπηρετεί διότι οδηγεί στην αποκατάσταση πρωϊμωτέρων και πιο ομογενών μορφών οι οποίες κατόπιν συγκρίνονται μεταξύ τους.
2. Η συγκριτική μέθοδος (comparative method).
Με αυτή επιχειρούμε να επανασυνθέσουμε την
εκάστοτε πρωτογλώσσα σε όλα τα επίπεδα,
το φωνολογικό, το μορφολογικό, το συντακτικό
και σημασιολογικό.
Η εφαρμογή της συγκριτικής μεθόδου προς
φωνολογική επανασύνθεση της πρωτογλώσσας
γίνεται κατά τρία στάδια: πρώτο, σχηματίζουμε
τις αντιστοιχίες, δεύτερο, ορίζουμε τα
πρωτο-φωνήματα και τρίτο, αποδίδουμε
φωνολογικές αξίες σε αυτά (αντίστοιχη
μεθοδολογία ακολουθούμε και για τα άλλα
επίπεδα της γλώσσας).
Το δυσκολότερο ίσως τμήμα της όλης διαδικασίας είναι ο σχηματισμός των αντιστοιχιών: προκειμένου να οργανωθεί ένα σύνολο αντιστοιχιών (correspondence set) πρέπει τα μέλη του να μην είναι απλώς γενετικά σχετιζόμενα, αλλά γενετικά ισοδύναμα (genetically equivalent). Αναγόμενοι στην εικόνα της «γλωσσικής οικογενείας» θα μιλούσαμε περί «αδελφών», «εξαδέλφων» κτλ. Βέβαια η παρομοίωση με τις βιολογικές σχέσεις δεν αντικατοπτρίζει πλήρως το σύνθετο των γλωσσικών διεργασιών. Οι γενετικά ισοδύναμες μορφές λέγονται ομόρριζες (cognate), όμως υπάρχουν και οι σχέσεις «γονέως» προς «τέκνο», οπότε οι νεώτερες λέξεις λέγονται αντανακλάσεις (reflexes) των παλαιοτέρων. Φυσικά η γενετική σχέση προϋποθέτει ιστορική συνέχεια, η οποία όμως αναιρείται σε περιπτώσεις όπου αποβάλλονται λέξεις ή αντικαθίστανται από δάνεια.
ΣΤ'. Ακόμη όμως και αν ικανοποιείται η παραπάνω προϋπόθεση και οι λέξεις είναι συγκρίσιμες, πάλι δεν οδηγούμαστε πουθενά με το να συγκρίνουμε λέξεις. Η πιθανότητα να βρούμε ομοιότητες είναι ούτως ή άλλως πολύ μεγάλη. Αντιθέτως, προκειμένου να εξαγάγουμε ασφαλές συμπέρασμα οφείλουμε να συγκρίνουμε ολόκληρα «μορφολογικά παραδείγματα».
Όπως τονίζει η J. Nichols (The Comparative Method as Heuristic, εν M. Durie και M. Ross (ed.), The Comparative Method reviewed, Oxford 1996, σ. 64), «ακόμη και το εκτεταμένο Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκό ή Πρωτο-Σλαβικό λεξιλόγιο το οποίο επανασυντίθεται τώρα, ομού μετά των πολλαπλών και κανονικών ηχητικών αντιστοιχιών, προσφέρεται μόνον ως δευτερεύουσα επιβεβαίωση για την γενετική συγγένεια της Ινδοευρωπαϊκής ή Σλαβικής. Τα διαγνωστικά τεκμήρια είναι γραμματικά και συνδυάζουν την δομική παραδειγματικότητα και συνταγματικότητα με συμπαγείς μορφολογικούς τύπους.
» Ένα παράδειγμα μορφολογικού συνόλου παρέχει το σύστημα των ινδοευρωπαϊκών αριθμητικών. Αποδεικνύεται ότι η πιθανότητα να βρεθούν μέσα σε μια γλώσσα λέξεις για τους πέντε πρώτους αριθμούς που να περιέχουν τα σύμφωνα μόνο της Ινδοευρωπαϊκής ανάγεται σε 0,98x1/10^13! Αντιθέτως μεμονωμένες ομοιότητες μπορούμε κάλλιστα να βρούμε: συγκρίνοντας λ.χ. το ΙΕ *septem με το Καρτβελιανό *swid- ».
Ζ'. Εκτός όμως από την σύγκριση μορφολογικών παραδειγμάτων, απαιτείται και κάτι άλλο προκειμένου να ομιλούμε περί γλωσσικών σχέσεων, να βρούμε «κανονικότητες»: όταν λέγουμε ότι μια λέξη που έχει «α» σε μια γλώσσα έχει «ε» στην άλλη, οφείλουμε να δείξουμε και άλλες δέκα, είκοσι, ή περισσότερες, λέξεις οι οποίες να έχουν υποστεί την ίδια μετατροπή. Οι «κανονικότητες» αυτές των μεταβολών οδηγούν στην διατύπωση φωνολογικών Νόμων.
Δεν είναι δυνατόν να εφευρίσκουμε για κάθε ετυμολογία ad hoc νόμους, διότι τότε θα φθάσουμε στο επίπεδο των ετυμολόγων εκείνων του 18ου αιώνα τους οποίους σατιρίζει ο Βολταίρος λέγοντας ότι «η ετυμολογία είναι μια επιστήμη όπου τα φωνήεντα δεν παίζουν κανένα ρόλο και τα σύμφωνα ελάχιστο».
Όπως έχει ειπωθεί χαρακτηριστικά, «οι μέθοδοι της συγκριτικής γλωσσολογίας είναι έτσι ώστε αν χαλαρώσουν τα κριτήριά της, έστω λίγο, είναι δυνατόν να αποδείξουμε κυριολεκτικώς, πως οτιδήποτε σχετίζεται με κάθε τι» (Dixon, ε.α. σ.41). Πράγματι, όταν χαλαρώνουμε τα κριτήρια για τον ορισμό των ηχητικών αντιστοιχιών τότε είναι εύκολο να βρούμε μορφές οι οποίες «μας φαίνονται» ότι μοιάζουν ως προς την μορφή και την σημασία. Για να προχωρούμε με βεβαιότητα πρέπει να απομονώνουμε βάσει αυστηρών κριτηρίων φωνητικές αντιστοιχίες, οι οποίες πρέπει επιπλέον να παρουσιάζουν κανονικότητα, να μην είναι φευγαλέες.
H'. Μιλούν για μητέρα-γλώσσα «βρίσκοντας» απλώς ομοιότητες!!! Έστω - ας το δεχθούμε προς στιγμή - ότι τηρούν όσα έχουμε προαναφέρει και απέδειξαν πλήρως ότι υφίσταται συγγένεια μεταξύ, λ.χ., της Ελληνικής και μίας Χ γλώσσας. Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι η Ελληνική είναι μητέρα της Χ: πρόκειται για δεύτερη επιστημονική πλάνη, χειρότερης της πρώτης.
Ο ορισμός της θέσεως μιας γλώσσας εντός μίας ομογλωσσίας δεν είναι απλό ζήτημα: αφορά το ζήτημα της ορθής χρήσης των «κριτηρίων υποομαδοποιήσεως». Η υποομαδοποίηση δεν είναι εύκολη υπόθεση, λ.χ. όταν έχουμε τρεις συγγενείς γλώσσες εκ των οποίων οι δύο έχουν μεγαλύτερες ομοιότητες, δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι οι δυο αυτές κατάγονται από μια κοινή γλώσσα. Είναι πιθανόν να κατάγονται και οι τρεις από μια γλώσσα και απλώς η τρίτη από αυτές να μεταβλήθηκε ταχύτερα σε σχέση με τις άλλες γλώσσες.
Ωστόσο, εδώ ανακύπτει και άλλο ερώτημα: τι είδους ομοιότητες μετρούν; Οι γλωσσικές ομοιότητες μπορούν να είναι φωνολογικές, μορφολογικές, συντακτικές ή λεξικές, από αυτές οι εμφανέστερες αντιστοιχίες είναι αυτές του λεξιλογίου, όμως αυτές είναι πιθανόν να είναι προϊόντα δανεισμού. Οι πιο ουσιώδεις ομοιότητες είναι οι παρατηρούμενες μεταξύ φωνολογικών μορφών.
Αφού βρούμε όμως τα κοινά στοιχεία, το επόμενο βήμα είναι να προσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίον αυτά εξελίχθηκαν. Τα κοινά χαρακτηριστικά μπορούν να αποτελούν νεωτερισμούς.
Έστω ότι έχουμε δύο γλώσσες, την Α και την Β οι οποίες έχουν ομοιότητες, πώς θα τις συσχετίσουμε; Τρεις είναι οι δυνατοί τρόποι:
1. Η Α είναι μητέρα της Β.
2. Η Β είναι μητέρα της Α.
3. Η Α και η Β είναι αδελφές, θυγατέρες μίας μαρτυρούμενης γλώσσας *Χ.
Κατ' αρχάς, συγκρίνοντας δύο γλώσσες, εάν διαπιστώσουμε ότι η μία συγκεντρώνει όλους τους νεωτερισμούς (διασπάσεις, συγχωνεύσεις κτλ), τότε μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί θυγατέρα της άλλης. Μεθοδολογικά όμως είναι αδύνατον να διακρίνουμε την περίπτωση της σχέσης μητέρας προς θυγατέρα στην περίπτωση που μια από τις δύο παρέμεινε αναλλοίωτη.
Εδώ θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι η δενδροειδής διάταξη είναι ελλιπής κατά το ότι δεν φανερώνει την κατανομή των ισογλώσσων. Σε διάφορες οικογένειες γλωσσών, όπως η Ινδοευρωπαϊκή, έχουμε διάφορα ισόγλωσσα τα οποία δηλώνουν κοινούς νεωτερισμούς και τα οποία εκτείνονται σε διάφορες γλώσσες. Αναλόγως λοιπόν της βαρύτητας την οποία κάθε ερευνητής αποδίδει στα ισόγλωσσα σχηματίζει και άλλη υποομαδοποίηση. Η επιλογή δε ενός ισογλώσσου ως κρισίμου σημαίνει ότι τα υπόλοιπα εκπροσωπούν απλώς κοινές διατηρήσεις ή παράλληλες εξελίξεις.
Θ'. Μιλούμε για «ισόγλωσσα»: άλλος ένας θεμελιώδης επιστημονικός όρος τον οποίον αγνοούν διάφοροι «ελληνοκεντρικοί ερευνητές».
Οι γλωσσικές αλλαγές επεκτείνονται από ένα δεδομένο σημείο όπως οι κυματισμοί που προκαλούνται όταν πέφτει ένα πετραδάκι σε μια λιμνούλα (θεωρία των κυμάτων του Johannes Schmidt, 1872). Εκεί δε όπου τα κύματα αλληλεπικαλύπτονται έχουμε τα ισόγλωσσα. Πρόκειται δηλαδή για μια οριζόντια θέαση των γλωσσικών μεταβολών αντί για κάθετη η οποία απεικονίζεται μέσω ενός δένδρου.
3. Παραδείγματα
Επειδή όμως η θεωρία είναι ατελής χωρίς την πράξη, η περιληπτική αυτή έκθεση αξίζει να συνοδευτεί από παράθεση χαρακτηριστικών παραδειγμάτων παρμένων από διάφορα «ελληνοκεντρικά» κείμενα, προκειμένου να καταδειχθεί τι σημαίνει στην πράξη έλλειψη επιστημονικής δεοντολογίας.
1.Το ωραιότερο: «τα Τουρκικά είναι Ελληνικά»
Στο περιοδικό «Δαυλός» δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2002 (τ. 241, σ. 15523-15533) άρθρο υπό τον τίτλο «Η ελληνική γλώσσα τροφός της Τουρκικής».
Πρώτα, ο «ελληνοκεντρικός» συντάκτης αρχίζει το άρθρο του εκφράζοντας την εξής εξωφρενική άποψη: εφόσον τα τουρκικά είναι ελληνικά, κακώς αποβλήθηκαν οι τουρκικές λέξεις μετά το πέρας της τουρκοκρατίας! Προχωρεί δε ασχημονώντας κατά του Αδαμαντίου Κοραή και του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος. Θαυμάστε φορέα του «Ελληνικού Λόγου» (φράση-σημαία του εντύπου που τον φιλοξενεί):
«Η παρούσα έρευνα ξεκίνησε σαν απάντηση σε μια πρόκληση: στην επίσημη γνώμη του ρωμαίικου, ότι χωρίς τη νομοθετική ρύθμιση (;) του Καποδίστρια οι Έλληνες θα μιλούσαν ακόμη (!) μια μεικτή Τουρκο-αλβανο-ελληνική γλώσσα. Ο υποτιθέμενος «καθαρμός» του Κοραή θεωρείται ότι συνετελέσθη στα γραφεία των εφημερίδων και των φιλολόγων. Έτσι έγιναν τα πράγματα; Μιλούσαν τέτοια γλώσσα οι Έλληνες; Ήταν τουρκικής προελεύσεως οι λέξεις που χρησιμοποιούσαν;».
Θαυμάσια!
Αξίζει όμως να προχωρήσουμε αμέσως στην βαρυσήμαντη γλωσσολογική «ανάλυση» του συγγραφέα καθ? αυτήν, διότι πρέπει να ομολογήσουμε ότι ο κατάλογος λέξεων τον οποίο παραθέτει είναι πράγματι απολαυστικός.
Η πιο συνήθης τακτική του είναι να ανάγει λέξεις προερχόμενες από την Αραβική (η οποία ανήκει ως γνωστόν στην Σημιτική ομογλωσσία) στην Ελληνική:
Χαμάλης = hamal = ευτελής < χαμηλός.
Μα η σημασία «ευτελής» αναπτύχθηκε στην Ελληνική, και μάλιστα ως σαφώς δευτερεύουσα σημασία, δεν είναι ποτέ δυνατόν να κρίνουμε βάσει αυτής την αρχική τουρκική σημασία. Φυσικά δε, η λέξη είναι αραβική, αναγόμενη στο ρήμα «χάμαλα» δηλαδή σηκώνω!
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την γλώσσα ο αρθρογράφος είναι πράγματι απολύτως ανιστόρητος: γράφει για την τουρκική χωρίς να ανοίξει ένα Λεξικό της Τουρκικής, δεν έχει άλλωστε καθόλου βιβλιογραφία (δεν παραπέμπει ούτε σε ένα έστω βιβλίο, ούτε για δείγμα).
Και άλλο ένα, τελευταίο:
«μπάχαλο = pahalt = ακριβός < παχυλός»
Τα λέει όλα: μπάχαλο και παχυλή αμάθεια (το «ακριβός» δεν «δένει» και πολύ, αλλά δεν πειράζει).
2. «Ελληνική πόλη 10.000 χρόνων στο βυθό του Ειρηνικού»
Βρέθηκε μια υποβρύχια κατασκευή έξω από την Ιαπωνία, η οποία για ορισμένους αποτελεί μέρος κάποιας πανάρχαιας βυθισμένης πόλης, ενώ για άλλους αποτελεί φυσικό δημιούργημα. Παρακάμπτουμε το θέμα αυτό. Ο Ιάπωνας επιστήμονας ο οποίος την ανακάλυψε πιστεύει, πάντως, ότι αποτελεί ανθρώπινο κατασκεύασμα. Ερωτάται δε αν μπορεί να ταυτοποιηθεί ο πολιτισμός ο οποίος δημιούργησε το οικοδόμημα αυτό. Ο άνθρωπος - για να μην «τον πάρουν με τα λεμόνια» - απαντά ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατόν να αποτελεί ιαπωνικό κατασκεύασμα. Ε, τι ήταν να πει! Ο «ελληνοκεντρικός ερευνητής» εξάγει αμέσως το συγκλονιστικό συμπέρασμα: αφού ο Ιάπωνας «ομολογεί» ότι το οικοδόμημα δεν αποτελεί ιαπωνική κατασκευή, άρα είναι ελληνικό. Γιατί ελληνικό;
Δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις: «είναι καταλυτική η ελληνική παρουσία στην γλώσσα, στα θεία, στα τοπωνύμια, στον αθλητισμό, στον πολιτισμό γενικώς» της Κίνας, της Κορέας, της Αλάσκας, της Χαβάης κτλ. («Δαυλός», τ.215, σ. 13583-13543).
Ως αποδεικτικά στοιχεία προσάγονται φυσικά οι πάντα χρήσιμες παρετυμολογίες. Απολαύστε: Nirai-Ka-nai = Νηρέα Γα ναίει, Matarasu =Μάτερ Σου, Fujijama = Φυγή-Ιάμα! Φυσικά, περιττό να παρατηρήσουμε, εδώ παύει κάθε είδος συζητήσεως, καθώς οι λέξεις συνδέονται, κατά μεταφυσικό τρόπο, όχι πλέον με λέξεις, αλλά με σειρές λέξεων, οι οποίες μάλιστα δεν «βγάζουν νόημα» - «ούτε με σφαίρες». Ή μήπως κατάλαβε κανείς τι σημαίνει «Νηρέα Γα ναίει»;
Αλλά η πιο μεγάλη «πλάκα» δεν είναι εδώ, αλλά μας περιμένει στην συνέχεια ο «ερευνητής», στην βία του να «αποδείξει» πανηγυρικά την ελληνικότητα της ιαπωνικής (και των πέριξ) καταπιάνεται και με την ετυμολογία της ισπανικότατης λέξης «Φορμόζα» (formosa, δηλαδή «ωραία», λατινικής προέλευσης λέξη), την οποία εκλαμβάνει προφανώς ως ιαπωνική ή κινεζική: «Φορμόζα = εφ' ω ώρμωσαν»! Πάντως, ας είμαστε δίκαιοι, δεν ήταν κακές οι προθέσεις του «ερευνητή» μας. Θέλησε ο άνθρωπος να ερμηνεύσει τα κινέζικα με κινέζικα (έτσι υποθέτουμε, διότι απλούστατα οι τύποι «ώρμωσαν» και «εφ' ω ώρμωσαν» δεν απαντούν στην ελληνική)!
3. « Η Ιαπωνική είναι διάλεκτος της Ελληνικής»
Μια που είμαστε στον Ειρηνικό, ας δούμε και την «τελευταία» λέξη στην «ελληνοκεντρική» έρευνα επί του θέματος. Μάρτιος 2003 και το περιοδικό «Δαυλός» κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδο «Ελληνική Διάλεκτος η Ιαπωνική Γλώσσα»! Το κείμενο το υπογράφει ο ίδιος αρθρογράφος ο οποίος μας μιλούσε για την Τουρκική.
Πλήρης ασυναρτησία: «άγκυρα = ikari <akira <άγκυρα», «άνω= ue <ύψε <ύψος», «ζώο = doo.butsu<ζώο.Fειδής», «ανάρρωση= <seiyo<*yo.sei<υγιάζω»!
Το πιο ωραίο είναι το «βάρκα =kobune <κόπανον<κόπτω». Τι σχέση έχει τώρα ο κόπανος με τη βάρκα, δεν γνωρίζουμε, αλλά θα παρακαλούσαμε τον «ερευνητή» να μη περνάει τους αναγνώστες του για «κόπανους». »